ψάξιμο

ψάξιμο
τό
1) отыскивание, разыскивание, поиски; 2) обшаривание; обыскивание; обыск; 3) нащупывание; 4) воен. поиск

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ψάξιμο" в других словарях:

  • ψάξιμο — το, Ν 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψάχνω, αναζήτηση 2. διερεύνηση («θέλει ψάξιμο η υπόθεση τής δωροδοκίας»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έψαξα τού ψάχνω + κατάλ. ιμο (πρβλ. τρέξ ιμο)] …   Dictionary of Greek

  • ψάξιμο — το, ατος το να ψάχνει κανείς, η αναζήτηση, η έρευνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ιμο — κατάλ. αφηρ. ουδ. ουσ. που δηλώνουν τη ρηματική ενέργεια ή και το αποτέλεσμά της. Πρόκειται για την αρχ. κατάλ. ιμον, ουδ. τής ιμος (πρβλ. εδώδ ιμος, σκόπ ιμος, τρόφ ιμος). Στη Νέα Ελληνική η κατάλ. εμφανίζεται με τις επαυξημένες μορφές σιμο,… …   Dictionary of Greek

  • έρευνα — (Νομ.). Ανακριτική πράξη, η οποία κατά τον ΚΠΔ αποβλέπει στη βεβαίωση ενός κακουργήματος ή πλημμελήματος, στην ανακάλυψη των δραστών ή στη διαπίστωση και αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε η διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος. Η έ. επιτρέπεται… …   Dictionary of Greek

  • αναζήτηση — η (Α ἀναζήτησις) [ἀναζητῶ] 1. προσεκτική και επίμονη έρευνα, εξέταση, διερεύνηση 2. επίμονη ζήτηση, ψάξιμο νεοελλ. επιδίωξη, πόθος, επιθυμία …   Dictionary of Greek

  • κοίτα(γ)μα — το (Μ κοίταγμα) [κοιτάζω] νεοελλ. 1. η κατεύθυνση και προσήλωση τών ματιών σε κάποιο σημείο, βλέμμα, ματιά 2. μτφ. λεπτομερής έρευνα σε έναν τόπο, ιδίως για ανεύρεση χαμένου αντικειμένου, ψάξιμο 3. μτφ. φροντίδα, μέριμνα για κάποιο πρόσωπο ή… …   Dictionary of Greek

  • ξετρύπωμα — το [ξετρυπώνω] 1. έξοδος από την τρύπα, από τη φωλιά, από την κρύπτη 2. ανακάλυψη, ανεύρεση ενός πράγματος καλά κρυμμένου μετά από ψάξιμο 3. (για πρόσ.) αιφνίδια, απρόοπτη εμφάνιση 4. ξήλωμα, αφαίρεση τού τρυπώματος από ένα ένδυμα …   Dictionary of Greek

  • φταίξιμο — το, Ν η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φταίω, πταίσμα, σφάλμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φταιξ τού αορ. έφταιξ α τού ρ. φταίω + κατάλ. ιμο (πρβλ. ψάξιμο)] …   Dictionary of Greek

  • ψαχούλεμα — έματος, το, Ν [ψαχουλεύω] 1. η ενέργεια τού ψαχουλεύω, επίμονη αναζήτηση, ψάξιμο 2. (κυρίως) ψαύση, άγγιγμα, πασπάτεμα 3. μτφ. ερωτική θωπεία. ψαχουλεύω Ν 1. ερευνώ επίμονα για να βρω κάτι 2. αναζητώ κάτι με την αφή, ψηλαφώ, πασπατεύω 3. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Φόκνερ, Ουίλιαμ — (Faulkner, Νιου Όλμπανι, Μισισιπής 1897 – Όξφορντ, Μισισιπής 1962). Αμερικανός συγγραφέας. Κατά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο τραυματίστηκε σε αεροπορικό επεισόδιο. Όταν γύρισε στην πατρίδα του γράφτηκε στο πανεπιστήμιο, κάνοντας συγχρόνως διάφορα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»